Σάββατο, 5 Απριλίου 2014

ΘΕΩΡΗΤΙΚΕΣ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΕΙΣ ΠΟΛΙΤΩΝ

ΑΜΕΣΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, ΤΟΤΕ ΚΑΙ ΤΩΡΑ
 του Νικόλαου Μπινιάρη


Προοίμιο

Όποιοι από τους Έλληνες σκέπτονται με αυτογνωσία τα αδιέξοδα της πόλης και του κράτους για τη ζωή και το μέλλον τους θα πρέπει να αποφασίσουν να  διαφοροποιήσουν την συνείδηση τους και την πρακτική τους  ως πολίτες αλλά και ως άνθρωποι οι οποίοι υπέστησαν τη λαίλαπα της νέας εθνικής αποτυχίας, τη «μαζικοποίηση» της κοινωνίας, την απόρριψη των παραδόσεων προς τέρψιν των ιδεολογικά τυφλών ή των άνευ προσπάθειας μιμητών πράξεων μικρών και ασήμαντων και τελικά τον εξευτελισμό της Ελλάδος στα μάτια της παγκόσμιας κοινή γνώμη. Όλα αυτά ήσαν, όπως τα γεγονότα εξελίχθηκαν, δυστυχώς αναπόφευκτα.  Το «αναπόφευκτα» είναι ένας υπό αίρεση χαρακτηρισμός αλλά πως αλλιώς να χαρακτηρίσει κανείς την αδιαφορία των πολιτών δεκαετίες τώρα απέναντι στην εικονική πραγματικότητα της πατρίδας μας. 

Η παιδαριώδης πολιτικοποίηση των πραγματικών προβλημάτων της Ελληνικής κοινωνίας ως άκριτη αντίδραση στη δικτατορία, δημιούργησε μια μάζα κινούμενη μεταξύ αναρχίας και υποταγής, ιδιωτικού πλουτισμού και αρπαγής του δημόσιου πλούτου, δηλαδή τη συνείδηση όχι του άναρχου ή του δούλου αλλά του αδιαπέραστα επηρμένου ημιμαθούς άρπαγα ανόητου. Κλασσικά παραδείγματα είναι μια σειρά πολιτικών οι οποίοι ακόμα και τώρα πιστεύουν πως δεν φταίνε ή πως προσπάθησαν να κάνουν πραγματική πολιτική. Αν αυτή η καταισχύνη δεν μπορέσει να στρέψει τη συνείδηση των πολιτών σε άλλες κατευθύνσεις, με απτές πράξεις συνεργασίας, κάτι το οποίο μέχρι δεν έχει πάρει σάρκα και οστά,   τότε η ιστορία μας έχει ξεπεράσει και ως σύνολο και ως άτομα.   

Κοινοτισμός

Αυτός είναι απόηχος της μικρής πόλης-κράτος της αρχαιότητας. Ο κοινοτισμός σε αντιδιαστολή από την αντίληψη περί κοσμοπολιτισμού αποτελεί μια βάση ένταξης σε μια συγκεκριμένη ομάδα και την κοινωνικοποίηση των μελών της μέσα σε αυτή και στις αξίες της. Οι πόλεις κράτη, μικρές κοινότητες της αρχαιότητας, δεν υπάρχουν πια. Η εθνότητα εκπεφρασμένη ως
κρατική οντότητα τις αντικατέστησε και τις μεταμόρφωσε.   Στην ιστορική συνέχειά του ο ελληνικός χώρος απετέλεσε μέρος τουλάχιστον τεσσάρων αυτοκρατοριών των Ελληνιστικών, της  Ρωμαϊκής, της Βυζαντινής και της Οθωμανικής όπως και τμήματά του υπήρξαν μέρη άλλων εθνικών ή πολιτιστικών οντοτήτων. Η Οθωμανική υπήρξε και η μόνη μη-ελληνότροπη η οποία άφησε βαθειά ίχνη στο Βαλκανικό χώρο, ως πολιτική και κοινωνική συμπεριφορά.  Οι αυτοκρατορίες ως κρατικές οντότητες αναίρεσαν την αρχή της δημοκρατίας, ο δήμος κρατεί, και επέβαλαν διακυβέρνηση εκ των άνω στερώντας τα  πολιτικά δικαιώματα των «υπηκόων».  Οι τοπικές κοινωνίες αφέθησαν για μεγάλες χρονικές περιόδους περίπου ελεύθερες (για λόγους πολιτικής έναντι μεγάλων μειονοτήτων) να διαχειρίζονται τα ζητήματα τους όπως και τις νομικές διαφορές τους με τοπικά συμβούλια και εκκλησιαστικά όργανα. Μετά την δημιουργία του ελληνικού εθνικού κράτους και την εμφάνιση νέων μορφών δημοκρατίας στην Ευρώπη, η πρακτική του κοινοτισμού εκφράστηκε με άλλες λειτουργίες (αντιπροσωπευτική δημοκρατία, κόμματα, κεντρική διοίκηση, κοινωνία των πολιτών).

Στη σημερινή ιστορικό-κοινωνική συγκυρία οι κοινοτικές πρακτικές αποτελούν μια πιθανή λύση τοπικών προβλημάτων αλλά η μετάβαση σε αυτό το είδος θα είναι πειραματική και εργώδης. Είναι δε πολύ πιθανόν να αποτύχει σε πλαίσια πέραν χωριού ή συνοικίας πόλεως. Υπάρχουν συνεταιρισμοί (πολλοί από αυτούς  πτωχευμένοι) οι οποίοι θα μπορούσαν να ανασυσταθούν επί άλλων βάσεων με αυστηρά κριτήρια ελέγχων και επαγγελματική οργάνωση.  Θα μπορούσε επίσης να υπάρξει αυτοδιαχείριση σε μέρη της οικονομίας της πόλης ή τοπικών κοινωνιών αλλά με κριτήρια για την παροχή κεφαλαίων και έλεγχο της διαχείρισης. Αυτοδιαχείριση ως φυτώριο κοινοτικού πνεύματος θα μπορούσε να υποστηριχθεί αλλά όχι  πέραν μικρών ομάδων με ισχυρά κοινωνικά κίνητρα συγκρότησης και συγκεκριμένους στόχους. Ως αφηρημένη έννοια δίχως εσωτερική κοινωνική συγκρότηση είναι ένα ιδεολόγημα κενό αντικειμένου.    

Θα πρέπει να κατανοήσουμε πως σήμερα πέραν των κοινοτικών αναγκών οι οποίες προσφέρονται για λύσεις από τους τοπικούς παράγοντες υπάρχει και ανάγκη για ένα ευρύτερο εθνικό σχεδιασμό ο οποίος πολλές φορές δεν συνάδει με τις τοπικές αποφάσεις ή κριτήρια.
Ο κοινοτισμός είναι ένα έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί να δοκιμαστεί η Άμεση Δημοκρατία με σοβαρές πιθανότητας επιτυχίας. Η ίδια η Άμεση Δημοκρατία μπορεί να βοηθήσει τον κοινοτισμό να επιτύχει τουλάχιστον στην κατανόηση των αντιθέσεων μεταξύ ατόμων και ιδεών. Στη σημερινή πραγματικότητα του γιγαντισμού και της ανάγκης πρόσβασης σε μεγάλα τμήματα είτε της Ελλάδος είτε σε διεθνείς χώρους ο κοινοτισμός πρέπει να συνδυάζεται με ευρύτερους σχεδιασμούς τουλάχιστον σε εθνικό επίπεδο. Κοινοτισμός και διεθνισμός, αποτελούν πόλους μιας συνεχούς αντιδιαστολής η οποία έχει ως κύρια θεματική το υποκείμενο άνθρωπος και την πολιτιστική του και αξιακή συγκρότηση ως πρόσωπο. Ο Κώστα Παπαϊωάννου στο βιβλίο του Ο Άνθρωπος και ο ίσκιος του διεξέρχεται το ζήτημα με έναν θαυμάσιο τρόπο.  

Άμεση Δημοκρατία

Η αρχή κάθε δημοκρατίας είναι ο ορισμός του δήμου. Ποιος είναι δημότης και πως αυτός μετέχει στη λήψη αποφάσεων. Εφόσον δημοκρατία σημαίνει πως ο δήμος κρατεί, κυβερνά, αποφασίζει, το κύριο ερώτημα είναι: Ποιος είναι και πως ορίζεται ο δήμος. Στην αρχαία μικρή κοινότητα αυτό είχε διαμορφωθεί από το δίκαιο του αυτόχθονα. Ούτε οι μέτοικοι μπορούσαν να γίνουν Αθηναίοι πολίτες ούτε καν τα παιδιά του Περικλή από μη- Αθηναία μητέρα.  Σήμερα ο  κάθε Δήμος δεν έχει λόγο για τη συγκρότηση του δήμου αλλά μόνο το κεντρικό κράτος. Η έννοια του δημότη έχει διαρραγεί από την κλασσική της αντίληψη. Δημότες έχουν γίνει με νομικές παρεμβάσεις του κράτους διάφοροι οι οποίοι για κάποιους λόγους βρέθηκαν εδώ. 

Το ζήτημα είναι αν ο Δήμος έχει ένα ορισμένο κριτήριο για τους δημότες έτσι ώστε αυτοί να μετέχουν στα κοινά. Σε μια Άμεση Δημοκρατία αλλά και σε μια δημοκρατία γενικότερα οι δημότες με τη συνύπαρξη τους και τις κοινές τους ιστορικές εμπειρίες ορίζουν ποιες είναι οι αξίες, οι παραδόσεις και τα πιστεύω τους ώστε να συγκροτήσουν ένα ενιαίο σύνολο το οποίο να μπορεί να επικοινωνήσει και να συμβιβαστεί μέσα στο πλαίσιο αυτών των αξιών. Πως ένας Δήμος ο οποίος συμπεριλαμβάνει ένα μεγάλο αριθμό αντιφατικών και απορριπτικών απόψεων ακόμα και για την ίδια τη δημοκρατία και όταν οι δημότες διαφέρουν ως πρόσωπα προερχόμενα από διαφορετικές αυτόνομες κοινωνικό-ιστορικές παραδόσεις ή ιδεολογήματα θα μπορέσει να συγκροτήσει το «κοινό καλό»; Μια αρχική εφαρμογή της Άμεσης Δημοκρατίας θα μπορέσει να γίνει η αρχή για να δοκιμαστεί και να διαμορφωθεί μια τέτοια λειτουργία στην πράξη. Η προσαρμοστικότητα στην εμπειρία θα μπορέσει να ωθήσει τουλάχιστον πολύ περισσότερους συμπολίτες μας να συμμετάσχουν στα κοινά.

  Υπήρχε μια βασική αρχή η οποία διαπερνούσε την αρχαία Άμεση Δημοκρατία: η αρχή πως το κοινό καλό είναι υπεράνω κάθε προσωπικού συμφέροντος. Η πολιτεία μπορούσε να παρέμβει σε κάθε σημείο του ιδιωτικού βίου του πολίτη εφόσον αυτό ήταν ζήτημα το οποίο είχε επιπτώσεις στο κοινό καλό. Παράδειγμα η δίκη του Σωκράτη. Στην αρχαία πόλη ο νόμος ως αυτόνομη έκφραση των πολιτών αποτελούσε το όριο της προσωπικής ελευθερίας και έκφρασης. Σήμερα το κοινό καλό αποτελεί το ζητούμενο και η μόνη απάντηση είναι μια οικονομία η οποία προσφέρει εισοδήματα και εργασία. Κατά τα άλλα ο πολίτης αφήνεται να εκφραστεί και να αυτό-εκπληρωθεί ως ελεύθερο υποκείμενο δίχως την οριοθέτηση του από το πολιτικό γίγνεσθαι, το δημόσιο. Ο πολίτης οριοθετείται από αυτό που η σημερινή επιστήμη του ανθρώπου έχει προτείνει ως το παράδειγμα της ανθρώπινης ευδαιμονίας, δηλαδή την ποσότητα και την πανταχού παρουσία της ηδονής ως κατανάλωση, διαφήμιση, ελεύθερου χρόνου (προς τι;), ως έκφραση του αυθεντικού ανθρώπου, ως βιολογικού όντος και ως αντικειμένου.   

Η σημερινή δημοκρατία δεν διαμορφώνει πολίτες μέσα στην ελευθερία του νόμου, αλλά άτομα τα οποία δεν υποχρεούνται να συμμετέχουν στα κοινά και μερικοί δεν αισθάνονται καν ως μέλη μια συγκεκριμένης κοινότητας.

Υπάρχουν πολλοί οι οποίοι διερωτώνται ποιος είναι αυτός ο οποίος θα θεσμίσει μια δημοκρατία που όλοι θα θέλαμε. Η ερώτηση είναι λανθασμένη. Αν και υπήρξε ο Σόλων ή ο Κλεισθένης, ήταν ο δήμος ο οποίος απαίτησε να θεσμισθεί δημοκρατία και τήρησε τις μεταρρυθμίσεις τους. Η ιστορική στιγμή όπου το κοινωνικό φαντασιακό, όπως θα έλεγε ο Καστοριάδης, θα εννοιοδοτήσει τη δημοκρατία ως δικό του έργο, θα εμφανίσει και τον κατάλληλο εκφραστή για την υλοποίηση, τη συγκρότηση αυτού του κοινωνικό-φαντασιακού ως αίτημα σε πράξη. Σήμερα η Άμεση Δημοκρατία στην Ελλάδα ακούγεται σαν ηχώ από ένα παμπάλαιο παρελθόν, μια ευτυχισμένη παιδική ηλικία της ανθρωπότητας (όπως έλεγε ο Μαρξ) αλλά και του ελληνικού ιστορικού βίου η οποία αποζητά την καθαρότητα του ήδη γεγονότος και εγκαθιδρυμένου στη μνήμη ως το υπέροχο και απαράβλητο έργο ενός πολιτισμού-σταθμού. 

Ο πολιτισμός αυτός ο οποίος δεν είναι πλέον αποκλειστική δική μας κληρονομιά, είναι μέρος ενός νέου πολιτικού κοινωνικού φαντασιακού μέσα στο οποίο η νεότερη Ελλάδα προσπαθεί να εκφραστεί και να επιβιώσει. Παρόλα τα εμπόδια ιστορικά και υλικά, ο απόηχος αυτός ακούγεται ακόμα εδώ και έχει τη σημασία του για εμάς ως παράδειγμα, ως παράδοση η οποία ακόμη συγκροτεί το κοινό έθος των Ελλήνων. 

Γιατί να θέλουμε Άμεση Δημοκρατία σήμερα;

Είναι προφανές πως σήμερα ζούμε μια από τις μεγαλύτερες καταστροφές του Ελληνισμού. Η κατάσταση αυτή έχει πολλούς γονείς αλλά κυρίως βαριές κατηγορίες έχουν πέσει στους πολιτικούς κάθε απόχρωσης. Υπάρχει μια γενική καχυποψία εναντίον των πολιτικών ακόμα και αν αυτές ήσαν εκτός κυβερνήσεων.  Συνάγεται λοιπόν ότι η αντιπροσωπευτική δημοκρατία με τον κομματικό χαρακτήρα το οποίον είχε προσλάβει έχει οδηγήσει τη χώρα σε καταστροφή. Το συμπέρασμα είναι πως μια άλλη μορφή δημοκρατίας, η Άμεση Δημοκρατία, ίσως θα έχει καλύτερα αποτελέσματα.

Οι πολίτες πιστεύουν πως είχαν εμπιστευθεί υπέρμετρα και άκριτα τις πολιτικές ηγεσίες και τα κόμματα σε σημείο που αυτές έχασαν την αίσθηση της ευθύνης και προχώρησαν σε πράξεις εγκληματικές κατά του κράτους, του κοινού καλού ακόμα και της κυριαρχίας του λαού. Το ερώτημα που τίθεται είναι αν η Άμεση Δημοκρατία θα μπορέσει να ελέγξει τους άρχοντες πιο αποτελεσματικά και αυστηρά από ότι η αντιπροσωπευτική κοινοβουλευτική δημοκρατία. Αν θα μπορέσει να διαμορφώσει μια πιο αποτελεσματική πολιτική για το κοινό καλό. Αν θα μπορούσε να εφαρμόσει καλλίτερα αυτήν την πολιτική. Αν τελικά θα μπορέσει να εδραιώσει βαθύτερα την έννοια της λαϊκής κυριαρχίας. Αυτά είναι ερωτήματα τα οποία δεν έχουν εύκολες και ασυζητητί αισιόδοξες απαντήσεις.  Επιζητούν θεωρητικές αλλά και εμπειρικές επιβεβαιώσεις.
Στο επίπεδο ενός Δήμου όπως η Αθήνα, η Άμεση Δημοκρατία έχει μεγαλύτερες πιθανότητες να επιτύχει και να προάγει τα δημοτικά θέματα με ικανοποιητικό έλεγχο των αρχών και των αποφάσεών τους.

Μια πολιτική κίνηση με Αμεσοδημοκρατικό  πρόγραμμα δεν μπορεί να ορίσει τους δημότες. Αυτό είναι έργο της κεντρικής κυβέρνησης και του συντάγματος. Ως δημοτική αρχή η Αμεσοδημοκρατία μπορεί όμως πρώτιστα  να ορίσει τις διαδικασίες τις δικής της πολιτικής λειτουργίες και τρόπους επιλογών προσώπων και αποφάσεων. Αλλά και αυτό ακόμα είναι περιορισμένο λόγω του σώματος της νομοθεσίας και νομολογίας για τους δήμους και την αυτοδιοίκηση.

1.Αυτό το οποίο πρωτεύει είναι η εφαρμογή Αμεσοδημοκρατικών επιλογών για την ίδια την κίνηση/κόμμα η οποία διεκδικεί τη δημοτική αρχή με προμετωπίδα της την Άμεση Δημοκρατία.  

α. Επιλογή προσώπων και εκπόνηση προγραμμάτων με συμμετοχή των όσων παίρνουν μέρος σε αυτήν την πολιτική κίνηση/ κόμμα. Δεύτερον: ανακλητότητα των προσώπων εφόσον έχει αποδειχθεί παρανομία παρέκκλιση από τις αρχές της πολιτικής κίνησης. Επίσης αυτό μπορεί να προληφθεί με περιορισμός του χρόνου παραμονής στη διοίκηση, χρησιμοποίηση της μεθόδου της κλήρωσης για συμμετοχή περισσοτέρων στη διοίκηση αλλά και επίσης στη σημερινή εποχή, την επιλογή διοικητών ή διαχειριστών με ειδικές γνώσεις σε τομείς τις οικονομίας, του περιβάλλοντος, των επιχειρήσεων, της οικιστικής, της τεχνολογίας. Αυτό όμως είναι ένα πρόβλημα για την βασική αρχή της Άμεσης Δημοκρατίας η οποία είναι πως όλοι οι δημότες/πολίτες είναι το ίδιο ικανοί να λάβουν μέρος στα κοινά. Σήμερα οι πολιτικοί δεν έχουν όλες τις ειδικές γνώσεις για να αντιληφθούν τα προβλήματα του Δήμου. Έχουν όμως στρατούς ειδικών δίχως πολιτική ευθύνη και μια τεράστια γραφειοκρατία για να εφαρμόσουν τις αποφάσεις τους. Αυτό το γεγονός καθιστά την Άμεση Δημοκρατία αλλά και την αντιπροσωπευτική τουλάχιστον μερικώς ανενεργές.

β. Οι πολίτες θα πρέπει να πιστέψουν πως η Άμεση Δημοκρατία θα έχει θετικές επιπτώσεις στην ποιότητα  ζωής τους και στο μέλλον τους. Θα πρέπει να κινητροποιηθούν με πολλούς τρόπους αλλά κυρίως με το παράδειγμα αυτών οι οποίοι είναι απόστολοι αυτής της ιδέας.   

2. Εάν μια δημοτική διοίκηση θέσει σε ψηφοφορία τις αποφάσεις της όχι μόνο στα μέλη της αλλά ζητήσει και την ψήφο των υπολοίπων δημοτών οι οποίοι δεν την εξέλεξαν θα εφαρμόσει ένα ευρύ πρόγραμμα Αμεσοδημοκρατίας. Το πρόβλημα με αυτήν την κίνηση θα είναι πως οι αντίπαλοι της Αμεσοδημοκρατίας μπορεί να απορρίψουν τις προτάσεις της για λόγους και μόνον αντιπολίτευσης ή φθόνου. Οι καλύτερες λύσεις δεν αποτελούν πάντα το ποθούμενο αντικείμενο των πολλών. Ο καλός ηγέτης είναι αυτός ο οποίος διαλέγεται, πείθει και με το κύρος του προτρέπει τους δημότες σε επιβεβαίωση των καλυτέρων λύσεων.   

3. Το ζήτημα του Ελληνισμού είναι ένα πολύ σημαντικό και ευαίσθητο σημείο του όλου εγχειρήματος. Η πόλη θα πρέπει να γίνει ένα μη-κομματικό κέντρο συνάντησης, ηλεκτρονικά αλλά κυρίως φυσικά των απανταχού Ελλήνων της διασποράς. Η αίγλη της Αθήνας θα πρέπει να συνδυαστεί με πρακτικούς τρόπους συμμετοχής των Ελλήνων του εξωτερικού και αυτοί θα πρέπει να προκληθούν να συμμετάσχουν σε κάποιες αποφάσεις για την πόλη αλλά και τον ελληνισμό ως σύνολο. Η Άμεση Δημοκρατική πρακτική μπορεί να προσελκύσει των ελληνισμό της διασποράς με ουσιαστικό τρόπο πιο κοντά στις ρίζες του.  

Η διαμεσολάβηση του Δήμου στον ελληνισμό  αποτελεί προφανώς απειλή για το κατεστημένο του κεντρικού κράτους διότι αυτό εκφράζει διαφορετικά συμφέροντα και κομματικούς προσανατολισμούς. Η διασπορά είναι εν πολλοίς κατακερματισμένη σε ομάδες και κομματικές ιδεολογίες. Ακόμα έχουμε Βενιζελικούς και Βασιλικούς, Αριστερούς και Δεξιούς να συγκρούονται στην αλλοδαπή.

Η διασπορά δεν εκφράζει μία και μόνο τάση. Είναι πολλές φορές καταδικαστική για την Ελληνική πραγματικότητα και αποφεύγει να θεωρήσει τον εαυτό της ακόμα και Έλληνα. Το πρόβλημα λοιπόν είναι η διάχυση του αισθήματος της ταύτισης με την Ελλάδα ως χώρο όχι μόνο νοσταλγίας αλλά δημιουργίας και προσφοράς για τους ίδιους τους εν διασπορά Έλληνες. για την επιβίωση του Ελληνισμού. Οι εκτός Ελλάδος Έλληνες πρέπει να αισθανθούν πως τους συμπεριλαμβάνουμε στα ελληνικά δρώμενα ώστε να πάρουμε μαζί αποφάσεις και όχι για παρελάσεις και λόγους περί αρχαίων μεγαλείων.  
Σε τι συνίσταται η έννοια του «Ελληνισμού»;

Αυτό το ερώτημα δεν έχει ακόμα απαντηθεί πλήρως στην νεώτερη Ελλάδα και μάλλον η μετά-μοντέρνα αντίληψη του έθνους ως παρωχημένου και μάλιστα επικίνδυνου παραδείγματος για το σύγχρονο γίγνεσθαι έχει ακυρώσει σχεδόν κάθε ειλικρινή συζήτηση για αυτό έξω από φωνασκίες ένθεν και ένθεν. Δυστυχώς οι κοινές αξίες, γλώσσα, ήθη και έθιμα υποχωρούν μπροστά στη βίαιη και εν πολλοίς άκριτη παγκοσμιοποίηση και πολυπολιτισμικότητα. Η τελευταία αποτελεί ένα από τα προγράμματα συμβίωσης ατόμων από διαφορετικούς πολιτισμούς δίχως την αποδοχή του ιστορικά υπάρχοντος εντόπιου ως το μοντέλο στο οποίο πρέπει να προσχωρήσουν οι νεοεισερχόμενοι σε αυτόν.  Αυτό το οποίο διατείνεται η πολυπολιτισμικότητα είναι: «Όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι και αξίζουν σεβασμού». Υποκρύπτει βέβαια αυτή η ευχή ή προτροπή την άποψη ότι η γενικότερη αποδοχή αυτού του αξιώματος θα περιορίσει ή και θα εξαλείψει τους λόγους εχθρότητας ή τις αιτίες συγκρούσεων που βασίζονται σε απόψεις «ανώτερων» και «κατώτερων» πολιτισμών. Όλοι οι πολιτισμοί ή παραδόσεις όμως είναι άξιες σεβασμού στο σημείο της ανθρώπινης ανοχής στη βία, ή το έγκλημα. 

Όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι κάτω από το φιλοσοφικό βλέμμα της αιωνιότητας. Αυτό το βλέμμα έχει προ πολλού χαθεί από τα μάτια του δυτικού ανθρώπου, σε αντίθεση από άλλους και για τους οποίους αυτό το βλέμμα, ως βλέμμα ετερονομίας προάγει την αντιπαλότητα. Για τον σημερινό εν πολλοίς εμπόλεμο δυτικό άνθρωπο αυτή η «ισότητα» είναι μάλλον μια σύλληψη με καθαρά συμφεροντολογικό ή φοβικό περιεχόμενο. Η ισότητα πρέπει να ορίζεται α) ως προς τι, ποιο είναι το μέτρο της ισότητας β) για ποιους και γ) ποια αντικείμενα, αγαθά ή εν προκειμένω πολιτιστικά παραδείγματα θα κατανεμηθούν. Το θέμα των πολιτισμών είναι ένα πολύπλοκο  ιστορικό ζήτημα του οποίου η βασική παράμετρος προς διερεύνηση είναι ο χρόνος, ή ιστορία. Ως εκ τούτου η απόφανση: «όλοι οι πολιτισμοί είναι ίσοι» είναι μια ανοιχτή ερώτηση και όχι συμπέρασμα από προκείμενες. Μπορεί να είναι μια ηθική αρχή ή μια αξιολογική θέση με κριτήριο του: « όλοι οι άνθρωποι είναι ίδιοι, ή ίσοι». Η πολυπολιτισμικότητα είναι μάλλον μια ευχή παρά ένα θέμα με ενδελεχείς θεωρητικές και εμπειρικές βάσεις.

  Ένα άλλο πρόγραμμα δέχεται την ενσωμάτωση ατόμων από διαφορετικούς πολιτισμούς σε έναν τοπικά υπάρχοντα πολιτισμό ως παράδειγμα το οποίον οι γηγενείς θέλουν να τους εκφράζει  και φροντίζουν να τον διατηρήσουν.  Η πρώτη περίπτωση, δηλαδή η αποδοχή όλων των άλλων πολιτισμών: Ισλαμικών, Ινδουιστικών , Κινεζικών, Αφρικάνικων ως ισοτίμων και ικανών να συζήσουν ταυτόχρονα με τον γηγενή πολιτισμό είναι ένα πείραμα της σύγχρονης δημοκρατίας της Δύσης το οποίο βρίσκεται σε εξέλιξη. Το μέλλον θα δείξει αν αυτό μπορεί να στηρίξει τη δημοκρατία ή να είναι και το τέλος της όπως την γνωρίζαμε έως σήμερα.  

Αθήνα και αποτίμηση της πραγματικότητας της

Μία πόλη όπως η Αθήνα πρέπει να αξιολογηθεί ως πραγματικότητα για να εφαρμοστεί οποιοδήποτε πρόγραμμα αμεσότητας στη διακυβέρνησή της. Η Αθήνα του Περικλή δεν έχει καμιά σχέση με την Αθήνα του σήμερα κοινωνικά, οικονομικά, πολιτιστικά. Ως εκ τούτου θα πρέπει να κάνουμε μια αποτύπωση της πραγματικότητας του ανθρώπινου δυναμικού και των παραγωγικών δυνάμεων της πόλης για να μπορούμε να διατυπώσουμε ένα συνεπές αλλά κυρίως λειτουργικό σχέδιο μέσω του οποίου θα εκδηλώνονται πράξεις άμεσης εμπλοκής στη λήψη των αποφάσεων του Δήμου.

 Ποιοι αποτελούν τους Αθηναίους δημότες σήμερα; Εάν αφαιρέσουμε τους μη Έλληνες υπηκόους οι οποίοι ζουν στην Αθήνα θα έχουμε μια στρεβλή εικόνα ομάδων και συμφερόντων. Δεύτερον, στην Αθήνα ζει ένας ικανός αριθμός ανθρώπων οι οποίοι ζητούν υπηρεσίες και φροντίδα από το Δήμο αλλά δεν ψηφίζουν στην Αθήνα. Αυτό αποτελεί ένα παράδοξο για την Άμεση Δημοκρατία και προκαλεί ένα σοβαρό πρόβλημα στη λήψη αποφάσεων. Πως θα εφαρμοσθεί  ένα πρόγραμμα άμεσης συμμετοχής στα κοινά με αποφάσεις και ψηφοφορίες εάν μέρος των κατοίκων της πόλης δεν εκλέγουν τη διοίκηση της.

 Επίσης, επειδή η Αθήνα αποτελεί πόλο έλξης τουρισμού θα πρέπει να περιλάβουμε στις ομάδες συμφερόντων και επίδρασης αυτών στη ζωή και στο γίγνεσθαι της πόλης τη μεταβαλλόμενη μεν αλλά υπαρκτή στατιστικά ως ομάδα των επισκεπτών ή τουριστών όπως συνηθίζεται να λέγεται στη γλώσσα της βιομηχανίας αυτής. Αυτό πρέπει να ληφθεί σοβαρότατα υπόψη διότι η πόλης χωρίς αυτήν την ομάδα είναι μια πόλη με άλλες ανάγκες και προτεραιότητες. 

Ποια είναι λοιπόν είναι τα κοινά συμφέροντα  ομάδων όπως ο μεγάλος αριθμός των μεταναστών, των δημοτών και των επισκεπτών/τουριστών; Μήπως μερικά από αυτά είναι αντιφατικά όπως και άλλα μπορούν να συνυπάρξουν; Το ζήτημα αυτό αποτελεί το υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα του Δήμου της Αθήνας όπως και όλων των άλλων Δήμων και εάν δεν το αντιμετωπίσουμε πρακτικά και με παρρησία ο Δήμος δεν θα μπορεί να επιτελέσει το ιστορικό έργο που του αναλογεί σε σχέση με τον ελληνισμό και με την ιστορική κληρονομιά την οποίαν καλείται να διαφυλάξει και να αξιοποιήσει. Η πόλη πλέον έχει αλλάξει και χρειάζεται ένα νέο υπόδειγμα, ένα υπόδειγμα το οποίο μόνον οι κάτοικοί της μπορούν να επινοήσουν και να ασπαστούν. Η ζωή η ίδια έχει θέσει αυτά τα ερωτήματα τα οποία όσο πιο μακροχρόνια μένουν στη σιωπή τόσο πιο εκρηκτικά γίνονται. Το σύνθημα «ανοιχτά σύνορα» δεν κάνει τίποτα άλλο παρά να προκαλεί ως ιδεολόγημα το οποίο στερείται εφαρμόσιμης βάσης, ενώ βέβαια η χυδαία και απάνθρωπη συμπεριφορά έναντι άλλων ανθρώπων προκαλεί και αυτή και μειώνει τον ανθρωπισμό μας. Όμως, κανένας ανθρωπισμός δεν μας υποχρεώνει να δεχόμαστε την βίαιη αλλαγή της ζωής, των αξιών μας αλλά και της ίδιας της αξιοπρέπειας της χώρας, όταν το μέγεθος της ανθρώπινης δυστυχίας έχει ξεπεράσει τα όρια των δυνατοτήτων μας να το μετριάσουμε.  

 Η βοήθεια προς τον συνάνθρωπό μας πρέπει να είναι ανάλογη με τις υποχρεώσεις που μας δημιουργεί και δυνάμεθα να αναλάβουμε. Οι καλές προθέσεις δεν αρκούν για να ικανοποιήσουν τις ανάγκες όχι μόνον των μη-Ελλήνων αλλά και των ίδιων των δυστυχούντων Ελλήνων αυτές τις εποχές της δοκιμασίας.

Ποιες είναι οι παραγωγικές δυνάμεις της πόλης;

Που στηρίζεται η οικονομική ζωή της πόλης; Θα πρέπει να γίνει απογραφή των επιχειρήσεων, κλάδων και εργαζομένων. Μια αποτελεσματική Δημοτική Αρχή θα πρέπει να έχει την αποτύπωση της οικονομικής και παραγωγικής βάσης της πόλης ώστε να μπορεί να την επεκτείνει, να τη βελτιώσει ή και να την τροποποιήσει  ώστε να αντλήσει πόρους από αυτήν. Επειδή σήμερα το ορυχεία αργύρου του Λαυρίου έχουν εξαντληθεί θα πρέπει να βελτιώσουμε την υπάρχουσα παραγωγική δομή αλλά να επινοήσουμε και νέες.

Ποιες είναι οι πολιτιστικές δυνάμεις της πόλης;

Η Αθήνα έχει ένα προνόμιο να είναι η αρχαιότερη ιστορική πόλη της Ευρώπης. Άρα είναι εγγενώς προικισμένη με μια μοναδική ιστορία και το μέγεθος της προσφοράς της στον ανθρώπινο πολιτισμό. Επ’ αυτού χρειάζονται να γίνουν πάρα πολλά και κυρίως να μην συνδεθούν με κομματικές και ιδεολογικές επιλογές νεφελωδών σκέψεων και αποφάσεων.

1.Η πόλης θα έπρεπε να έχει δικό της πανεπιστήμιο. Κύριοι τομείς της θα είναι η φιλοσοφία, ως κέντρο ερευνών της αρχαίας σκέψης σε παγκόσμιο επίπεδο, η πολιτική επιστήμη και η μελέτη των πολιτισμών, το θέατρο ως μοναδική πολιτιστική κληρονομιά της πόλης παγκοσμίως, η πολεοδομία, η αρχιτεκτονική. Δεν θα πρέπει να υποτιμηθούν οι επιστήμες και κυρίως σε θεωρητικό επίπεδο. Οι διδάσκοντες, κυρίως από Έλληνες καθηγητές από όλο τον κόσμο θα αμείβονται με ανταγωνιστικούς μισθούς και θα προσελκύονται μαθητές από όλον τον κόσμο. Το Πανεπιστήμιο θα είναι δίγλωσσο. Η μορφή αυτή η οποία προτείνεται δεν έχει καμία σχέση με την έννοια «ιδιωτικό πανεπιστήμιο» διότι αυτό που προτείνεται είναι ένα ίδρυμα το οποίο πρέπει να αντλεί πόρους από το Δήμο, τα δίδακτρα, και επιχορηγήσεις ή δωρεές για τους σκοπούς του και μόνον καθώς και να μπορεί να προσελκύσει διδάσκοντες από όλο τον κόσμο και κυρίως από τη διασπορά. Το πανεπιστήμιο αυτό θα είναι και ένας σημαντικός πόλος έλξης ξένων φοιτητών οι οποίοι θα θέλουν να μελετήσουν τα γνωστικά του αντικείμενα.

Το ζήτημα του Πανεπιστημίου είναι μείζονος σημασίας γιατί καθιερώνει και επικυρώνει την τεράστια ιστορική κληρονομιά της πόλεως ως κέντρο παιδείας. Το κρατικό πανεπιστήμιο  αποτελεί ένα μέρος αυτής της κληρονομιάς αλλά δεν έχει το κύρος το οποίο θα έπρεπε να έχει. Μια πιθανή εκδοχή θα μπορούσε να ήταν ή συνδιαχείριση του κρατικού Πανεπιστημίου με το Δήμο των Αθηνών αλλά το καίριο πρόβλημα είναι το αμαρτωλό Υπουργείο Παιδείας το οποίο έχει φέρει και το ίδιο το Πανεπιστήμιο σε αυτή την δυσχερή στάση. Ο Δήμος πρέπει να προσφέρει ένα Πανεπιστήμιο διεθνών προδιαγραφών με το κύρος ελλήνων επιστημόνων από όλο τον κόσμο και ανταγωνιστικό στους τομείς που θα προσφέρει. Επίσης η Σχολή Καλών Τεχνών του Πολυτεχνείου θα έπρεπε να γίνει μέρος του Πανεπιστημίου του Δήμου.

2. Το επόμενο καίριο πολιτιστικό ζήτημα για το Δήμο είναι το θέατρο το οποίο αποτελεί δημιούργημα και απαύγασμα της αθηναϊκής πολιτιστικής παράδοσης. Θα πρέπει να προστατευθεί και να διαδοθεί ακόμα και με ένα παγκόσμιο βραβείο θεατρικού έργου από όλο τον κόσμο, εφόσον τα Βραβεία Νόμπελ δεν συμπεριλαμβάνουν κάτι τέτοιο.   

3. Ο Δήμος θα έπρεπε να ελέγχει τα μουσεία και τους αρχαιολογικούς της χώρους. Θα έπρεπε να τα ελέγχει και να τα προστατεύει όπως και τις αρχαιολογικές έρευνες και μελέτες.
Τα παραπάνω θα ήσαν τα πρώτα απτά επιτεύγματα μιας Άμεσης Δημοκρατίας. Δεν παραγνωρίζει κανείς βέβαια τη δυσκολία αυτών των εγχειρημάτων, από οικονομικής αλλά και από οργανωτικής πλευράς. Θα μπορούσαν να γίνουν συνέργειες με μεγάλα Ιδρύματα όπως το Ίδρυμα Νιάρχου, Ωνάση, Γουλανδρή και άλλων ώστε τα ιδρύματα αυτά να λειτουργήσουν προς ουσιαστικό όφελος της πόλης και της διεθνούς της προβολής. Βέβαια όλα αυτά απαιτούν τεράστιες μάχες με την κρατική γραφειοκρατία και το κομματικό σύστημα. Εδώ η Άμεση Δημοκρατία μπορεί να προσφέρει πολλά έχοντας την υποστήριξη της πλειοψηφίας των πολιτών και μάλιστα ενεργά.

Η Άμεση Δημοκρατία σήμερα θα είναι και ένα σχήμα προβολής της αρχαίας της παράδοσης. Σε αυτό το σημείο η προβολή και οι δημόσιες σχέσεις έχουν μεγάλη σημασία για τον σημερινό κόσμο του TWEET και του YOU TUBE. Η παρουσίαση και λειτουργία μιας Αμεσοδημοκρατικής διακυβέρνησης  στην πόλη που τη γέννησε ακόμα και με την συμμετοχή των επισκεπτών σε ορισμένα θέματα τα οποία τους αφορούν θα μπορούσε να ήταν μια ξεχωριστή διαφήμιση για την πόλη.

Άλλα ζητήματα για την Άμεση Δημοκρατία στο Δήμο

1. Τίθεται βέβαια και ένα άλλο σοβαρότατο ζήτημα, αυτό του Μητροπολιτικού Δήμου. Αυτό βέβαια είναι πολιτικά εύφλεκτο ζήτημα αλλά είναι προφανές ότι οι πολεοδομικές, περιβαλλοντικές και παραγωγικές παράμετροι της ζωής του λεκανοπεδίου  δεν μπορούν να λυθούν σε επίπεδο Δήμου Αθηνών αλλά όλων των Δήμων της Αττικής. Το ζήτημα αυτό πρέπει να τεθεί στη συζήτηση για τις παρούσες εκλογές. Η Αττική είναι πλέον ένα τεράστιο πολεοδομικό συγκρότημα το οποίο κατασπαταλά πόρους και εργατοώρες προσπαθώντας να διοικηθεί και να εξυπηρετήσει τους κατοίκους της.

2. Το ζήτημα διαχείρισης των απορριμμάτων. Αν πάρουμε ως παράδειγμα για να εφαρμόσουμε Αμεσοδημοκρατία σε αυτόν τον τομέα την υπόθεση της Κερατέας. Αυτή θα είχε λυθεί γιατί οι δημότες της Αθήνας ή και των άλλων δήμων θα ψήφιζαν ναι. Οι δημότες της Κερατέας θα ψήφιζαν όχι. Εδώ υπάρχει διάσταση ανάμεσα στο κοινοτικόν και το ευρύτερα κοινό καλό και στο εύρος της εφαρμογή της Άμεση Δημοκρατίας.

3. «Δει δη χρημάτων ω άνδρες Αθηναίοι και άνευ αυτών ουδέν». Έργα σημαίνουν ανάγκη χρημάτων. Ο Δήμος θα πρέπει να οργανωθεί οικονομικά δίχως περιττά έξοδα και ύποπτες  επιχορηγήσεις. Η εξυγίανση των οικονομικών του θα πρέπει να συμπεριλαμβάνει και τον έλεγχο των οικονομικών προηγουμένων διοικήσεων.

4. Ο Δήμος θα πρέπει να στηρίξει την επιχειρηματική πρωτοβουλία με συνεισφορά δικών του μέσων, γης, στέγασης ή και προγραμμάτων εφαρμογής τεχνολογιών προς τους δημότες οι οποίοι έχουν τη θέληση και την διάθεση να μπουν στην παραγωγή και να προσφέρουν στην οικονομία της πόλης. Θα πρέπει να αναπτύξει συνέργιες για τις ανάγκες του Δήμου με νέους επιχειρηματίες ή αυτό-διαχειριζόμενες μονάδες οι οποίες θα μπορούσαν να στηριχθούν από το Δήμο με αυστηρά βέβαια κριτήρια οικονομικής αυτάρκειας. Επίσης, μπορεί ο Δήμος να στηρίζει την ασφάλεια της πόλης έτσι ώστε να υπάρχει μια ομαλότητα στη ζωή της πόλης και της εμπορικής και τουριστικής κίνησης; Τι θα συμβαίνει με τις συχνές απεργίες γύρω από το Δήμο ή τα υπουργεία από ομάδες οι  οποίες ως επί τω πλείστον δεν έχουν σχέση με το Δήμο της Αθήνας;
Τι θα κάνει για το κοινό έγκλημα το οποίο έχει ξεπεράσει τα όρια της ανοχής;
Αυτό δεν είναι ξεχωριστό κεφάλαιο από το κεφάλαιο της οικονομίας. Το κοινό έγκλημα ρευστοποιεί τον κοινωνικό ιστό και καθηλώνει τις δημιουργικές πρωτοβουλίες. Είναι δε και πρόξενος άμεσης από-επένδυσης και εμποδίων στη διοίκηση.

5. Ένα από τα πολύ μεγάλα οικονομικά, πολιτιστικά και έργο για αναβάθμιση της ποιότητας ζωής είναι ο Ελαιώνας. Η έκταση αυτή μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως περιοχή για κηπουρική από τους πολίτες, χώρος, για την ανάπτυξη του Πανεπιστημίου, άθλησης και πολιτιστικών εκδηλώσεων διεθνούς εμβέλειας. Το σχέδιο αυτό, το οποίο χρειάζεται μεγάλα κεφάλαια για να υλοποιηθεί μπορεί να μπει ως θέμα τεχνικής συζήτησης (με χρονικό ορίζοντα) από το Δήμο προς τους πολίτες και με προτάσεις από ειδικούς.   

6. Μια χρηστή και παραγωγική διοίκηση μπορεί να καταφύγει σε δανεισμό και από τους πολίτες και από τη διασπορά και από τις διεθνείς αγορές για συγκεκριμένα σχέδια και με συγκεκριμένο κόστος χρηστή εποπτεία και λογική ανταπόδοση. Ήδη η πιστοληπτική ικανότητα του δήμου αναβαθμίστηκε. Με ένα ρεαλιστικό και παραγωγικό πρόγραμμα επενδύσεων στους νέους και στην παραγωγή, δίχως σπατάλες και διορισμούς ημετέρων για ψηφοθηρία ο Δήμος μπορεί να αποκτήσει υγιείς οικονομικές βάσεις.

Σχέσεις Δήμου Κράτους

Κατ’ αρχάς η Αθήνα είναι η διοικητική πρωτεύουσα της χώρας στην οποίαν εδρεύει ο κρατικός μηχανισμός.
Ποιες είναι οι οικονομικές σχέσεις και η ανταπόδοση για τις υπηρεσίες της οποίες προσφέρει η πόλης.

Μήπως η ύπαρξη της κρατικής μηχανής είναι αντί-οικονομική και αντιδεοντολογική για την λειτουργία της πόλης και ευζωία των πολιτών της; Μια μελέτη αυτού του ζητήματος θα ήταν πολύ χρήσιμη για τους στόχους της δημοτικής αρχής αλλά και των κατοίκων της πόλης.
Από πολλές πλευρές η ταύτιση της Αθήνας και της διοίκησης του κράτους είναι αρνητική για την πόλη. Η ακραία αντιαισθητική, και απάνθρωπη ανάπτυξη της πόλης  ήταν αποτέλεσμα της μαζικής συγκέντρωσης των θέσεων εργασίας στον κρατικό τομέα. Η παροιμιώδης αντί-πολιτιστική και αντί αισθητική αντίληψη του νεοελληνικού κράτους καταδίκασε την πόλη σε χώρο ασχήμιας και αλλοτρίωσης.

  Μια πρόταση επ’ ωφελεία του κράτους και της πόλης θα ήταν η μετακίνηση της Πρωτεύουσας π.χ. στην Πέλλα και την μετατροπή της Αθήνας σε κέντρο παιδείας και έρευνας, πολιτισμού, τέχνης και υψηλής τεχνολογίας λόγω της ύπαρξης του μεγαλύτερου δυναμικού επιστημόνων και ερευνητών, αλλά και ως πόλο προσέλκυσης ειδικού τουρισμού συνεδρίων και εκπαίδευσης . Ταυτόχρονα η Αθήνα πρέπει να συνδυάσει τη γεωγραφία της με την ιστορία και την απήχηση της στο διεθνές περιβάλλον. Βέβαια ο τεράστιος αριθμός κατοίκων στο λεκανοπέδιο, ο μισός πληθυσμός της χώρας, θα πρέπει να μειωθεί για να αναγεννηθούν άλλες περιοχές καθώς θα πρέπει να υπάρξει και πολεοδομικός σχεδιασμός για αισθητικά ευαισθητοποιημένους πολίτες. Η αισθητική αναβάθμιση της πόλεως είναι θέμα βάθους δεκαετιών. Η Αθήνα ως πόλη με αισθητική και  συμβίωσης του χρήσιμου με το ωραίο θα μετατρέπονταν σε μια τόπο αντάξιο του παρελθόντος του και της επιρροής του όχι μόνον στην σκέψη και την φαντασία των εραστών του παρελθόντος. Μια σταδιακή ανάπλαση  της πόλης θα ήταν μια από τις πλέον επιτυχημένες οικονομικές προτάσεις για την χώρα μετά από την οικονομική της κατάρρευση. Κάτι τέτοιο όμως χρειάζεται τη στήριξη και την κινητοποίηση των ίδιων των κατοίκων και με την συμμετοχή τους σε μια τέτοια απόφαση αλλά και τις υποχρεώσεις που αυτό το όραμα εγείρει.  

Όλα τα παραπάνω είναι μια κριτική αλλά και δημιουργική προσέγγιση του ζητήματος της Άμεσης Δημοκρατίας. Πολλά από τα ερωτήματα έχουν ήδη προδιαγράψει μέρος των απαντήσεων και ταυτόχρονα προσφέρουν τη βάση για το εφικτό αλλά και αποδοτικό. Όποιοι πραγματικά πιστεύουν σε αυτήν την ιδέα θα πρέπει να διαλογιστούν πάνω σε όλα αυτά και να απαντήσουν με τεκμηριωμένες απαντήσεις  αν όχι σε όλα τα παραπάνω ζητήματα αλλά έστω σε κάποια.  Θα πρέπει να δώσουν οι ίδιοι το παράδειγμα μετέχοντες σε κινήσεις /κόμματα τα οποία θα είναι λειτουργικά και αποδοτικά σε ιδέες και λύσεις. Η δημιουργική φαντασία των Αθηναίων, όσοι έχουν τη θέληση κα τη διάθεση να αυτοπροσδιορίζονται ως Αθηναίοι δημότες και κάτοικοι αυτής της διαιώνιας πόλης του πνεύματος, της ωραιότητας της ανδρείας, της πολιτικής, με μέτρο αλλά δυστυχώς και της υπερβολής, με την εκστρατεία στη Σικελία, τον Αλκιβιάδη και τον Κλέωνα μπορεί να βρει διέξοδο δίνοντας απαντήσεις στα προβλήματα της πόλης τους. 

Αυτή η πόλη, η οποία έχει υποστεί τα πάνδεινα από την μανία των νεοελλήνων στο όνομα μιας καλλίτερης ζωής, καταστροφές όπως η του περιβάλλοντος, το βιασμό της αισθητικής του τοπίου και των ανθρώπων και της υπέρ-συγκέντρωσης του πληθυσμού της χώρας σε αυτήν, κέντρο προαγωγής του κακού κάθε είδους χρειάζεται τους πολίτες της όπως και αυτοί που ζουν σε αυτήν χρειάζονται μια πόλη για το ευ ζην. Δίχως εξάρσεις και υπερβολές, έχοντας μια συνετή τοποθέτηση ανάμεσα στο εφικτό και στο ουτοπικό οι πολίτες οφείλουν να αναλογιστούν το κοινό καλό. Αν αφήσουν πίσω τους τα επί μέρους και λάβουν υπόψη τους τις δυνατότητες που έχουν και με την εφαρμογή μιας Άμεσης Δημοκρατικής διακυβέρνησης σε ζητήματα του Δήμου, τότε η πόλη μπορεί να αρχίσει να ανασαίνει ξανά. Αν όχι τότε θα συνεχίσουμε τον κατάντη δρόμο...

Νικόλαος Α. Μπινιάρης.  4/3/ 2014